Friday, September 14, 2007

Ενα δημοτικο τραγουδι.

Εβγάτε αγόρια στο χορό, κοράσια στα τραγούδια

Πέστε και τραγουδήσετε πώς πιάνεται η αγάπη

-Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλια κατεβαίνει

Κι από τα χείλια στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει

Δεν ειν' ο έρωτας ανθός, μαζί του για να παίξεις

Μον' είναι βάτος μ' αγκαθιές κι αλίμονό σου αν μπλέξεις

Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη

Θέλει λαγού περπατησιά, αϊτού γληγοροσύνη

Μάτια με μάτια βλέπονται κι αχείλι δε φιλιέται

Κορμί δεν αγκαλιάζεται, αγάπη δε λογιέται

Η αγάπη βράχους κατελεί και τα θεριά μερώνει

Κι εγώ την έχω στην καρδιά, γι αυτό με θανατώνει

Ο έρωτας ανυφαντής με πανουργιά εγίνη

Αράχνη έστησε ψηλά και πιάστηκα σ' εκείνη

Και για να φύγω δεν μπορώ, με τα φτερά με σώνει

Αυτός ζυγώνει από κοντά κι από μακριά σκοτώνει

Δεν είναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει

Σαν την αγάπη την κρυφή, που δεν ξεφανερώνει

Δίχως χιονιά χιονίζουμαι, δίχως βροχές βροχιούμαι

Δίχως μαχαίρια σφάζουμαι, όντας σε συλλογιούμαι

Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω

Κι όταν σε συλλογίζομαι τρέμω κι αναστενάζω

Στάλα στάλα το νερό τρυπάει το λιθάρι

Κι η κόρη με τα νάζια της σφάζει το παλικάρι

Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις

Και την ψυχή μ' και την καρδιά μ' εσύ με την ορίζεις

Μα συ 'σαι μια βασίλισσα, π' όλο τον κόσμο ορίζεις

Σα θέλεις παίρνεις τη ζωή, σα θέλεις τη χαρίζεις

Μελαχρινό μου πρόσωπο, μη βάνεις κοκκινάδι

Κι αποθαμένους και νεκρούς τους βγάζεις απ' τον Άδη

Σένα σου πρέπει, μάτια μου, βασίλισσα να γίνεις

Και στο θρονί να κάθεσαι, τις όμορφες να κρίνεις

Να 'χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια

Να πάθιουν τα πατήματα, να 'πιανα τα κερκέλια

Ν' ανέβαινα στον ουρανό, να διπλωθώ να κάτσω

Να δώσω σείσμα τ' ουρανού, να βγάλει μαύρα νέφη

Να βρέξει χιόνι και νερό κι ατίμητο χρυσάφι

Το χιόνι να ρίξει στα βουνά και το νερό στους κάμπους

Στην πόρτα της πολυαγαπώς τ' ατίμητο χρυσάφι

Να 'σουν στον κάμπο λεϊμονιά κι εγώ στα όρη χιόνι

Να λιώνω να ποτίζονται οι δροσεροί σου κλώνοι

Να 'χα το σύννεφο άλογο και τ' άστρι χαλινάρι

Το φεγγαράκι της αυγής να 'ρχόμουν κάθε βράδυ

Τα χείλη σου είναι ζάχαρη, το μάγουλό σου μήλο

Τα στήθη σου παράδεισος και το κορμί σου κρίνο

Να φίλουνα τη ζάχαρη, να δάγκανα το μήλο

Ν' άνοιγεν ο παράδεισος, ν' αγκάλιαζα τον κρίνο

Να 'ταν τα στήθια μου ανοιχτά, να δεις τα σωθικά μου

Πως φυτρωμένη ευρίσκεσαι μέσα εις την καρδιά μου

Καθημερνέ μου λογισμέ και νυκτική μου ελπίδα

Να μ' είχε πάρει ο θάνατος την ώρα που σε είδα

Αν μ' αγαπάς κι ειν' όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω

Γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω

Δεν θέλω εγώ παράδεισο, μητ' εκκλησιά ν' αγιάσω

Μον' θέλω το κορμάκι σου να το σφιχταγκαλιάσω

Σαν τι το θέλει η μάνα σου τη νύχτα το λυχνάρι

Οπόχει μες στο σπίτι της τ' Αυγούστου το φεγγάρι!

Απ' όλα τ' άστρα τ' ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει

Ένα που βγαίνει το πουρνό, όταν γλυκοχαράζει

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει

Που στέκεις πάντα δροσερό κι ανθείς και λουλουδίζεις;

Θαμάζομαι όνταν πορπατείς πώς δεν ανθούν οι ρούγες

Και πώς δε γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες

Όποιος φιλάει την αυγή την αγαπητική του

Παίρνει του Μάη τη δροσιά, τη ρίχνει στο κορμί του

Τα μαύρα μάτια την αυγή δεν πρέπει να κοιμούνται

Μόνο να κανακεύονται και να γλυκοφιλούνται

Σου στέλνω χαιρετίσματα, με μήλο δαγκωμένο

Κι ανάμεσα στη δαγκασιά, σου 'χω φιλί βαλμένο

Κόκκιν' αχείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου

Και στο μαντήλι το 'συρα κι έβαψε το μαντήλι

Και στο ποτάμι το 'πλυνα κι έβαψε το ποτάμι

Κι έβαψ' η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου

Κατέβη ο αϊτός να πιει νερό κι έβαψαν τα φτερά του

Κι έβαψ' ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο

-Κόρη, όταν φιλιόμαστε, νύχτα 'ταν, ποιος μας είδε;

-Μας είδε τ' άστρο της νυχτός, μας είδε το φεγγάρι

Και το φεγγάρι έσκυψε, τής θάλασσας το λέει

Θάλασσα το 'πε τού κουπιού και το κουπί τού ναύτη

Κι ο ναύτης το τραγούδησε στης λυγερής την πόρτα

Σε φίλησα, σε τσίμπησα, σου πήρα τις γλυκάδες

Κι αν σε φιλήσει άλλος κανείς, δεν έχεις νοστιμάδες

Εμίσεψες και μ' άφησες σαν παραπονεμένη

Σαν εκκλησιά αλειτούργητη σε χώρα κουρσεμένη

Η αγάπη σου είναι ψεύτικη, σαν του Μαγιού το χιόνι

Οπού το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει

Εγώ 'λεγα, βρυσούλα μου, πως τρέχεις για τ' εμένα

Μα συ 'τρεχες και πότιζες όλα τα διψασμένα

Μηλιά που σε καμάρωνα καθημερνή και σκόλη

Τώρα έπλεξες τα κλώνια σου σε ξένο περιβόλι

Θα βάλω μια κακή φωνή, τη γης για να τρυπήσω

Να βγάλω την αγάπη μου, να τη γλυκοφιλήσω

No comments: