Saturday, November 24, 2007

Χρονολογία.

Χρονολογία ίδρυσης της πόλης της Ρώμης, από την παράδοση, είναι το έτος 753 π.Χ. Ιδρυτής της θεωρείται ο Ρωμύλος, ένα ημιμυθικό πρόσωπο που οριοθέτησε τα τείχη της Ρώμης και σκότωσε τον αδελφό του, Ρέμο, όταν αυτός άρχισε να χαλά το έργο του Ρωμύλου. Η ιστορική μνήμη για την πορεία της Ρώμης στα πρώτα της βήματα ισορροπεί ανάμεσα στους μύθους και στα πραγματικά γεγονότα. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού είναι η ιστορία της αρπαγής των Σαβίνων. Ο Ρωμύλος θέσπισε πολιτικά όργανα που διατηρήθηκαν για αιώνες:τη Σύγκλητο, η οποία ήταν ένα συμβούλιο που αποτελούταν από τους αρχηγούς των ρωμαϊκών γενών (patres), και τη συνέλευση του λαού. Ακόμη, διεξήγαγε επιτυχημένους πολέμους εναντίον των γειτονικών λαών. Το Ρωμύλο διαδέχθηκε ο Πομπίλιος Νουμάς, ένας Σαβίνος, και μετά από αυτόν άλλοι πέντε βασιλείς βασίλεψαν στη Ρώμη, με τελευταίο έναν Ετρούσκο, το Λεύκιο Ταρκύνιο, ο οποίος βασίλεψε τυραννικά ώσπου οι αγανακτισμένοι Ρωμαίοι να τον εκθρονίσουν και να τον εκδιώξουν, εγκαθιδρύοντας παράλληλα Δημοκρατία.

Tuesday, October 23, 2007

Θεοδώρα Τόκκο.

Η Θεοδώρα ή Μαγδαληνή Τόκκο (; – 1429 ή 1430), μέλος της οικογένειας των Τόκκων, ήταν σύζυγος του μετέπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου.

Ήταν η κόρη του Λεονάρδου Β' Τόκκου, αδελφού του Καρόλου Α' Τόκκου, Κόμητα παλατινού Κεφαλληνίας Ζακύνθου, Δούκα Λευκάδας και Δεσπότη Ηπείρου.

Το όνομά της αρχικά ήταν Maddalena Tocco, αλλά το άλλαξε σε Θεοδώρα στο γάμο της με τον Κωνσταντίνο ΙΑ' Παλαιολόγο, το 1427 ή το 1428. Μαζί του έζησαν στη Γλαρέντζα και το Χλεμούτσι από όπου ο Παλαιολόγος διοικούσε τα εδάφη της Πελοποννήσου. Πέθανε άτεκνη ένα-δύο χρόνια αργότερα το 1429 ή το 1430, στο κάστρο Σαντομέρι της Ωλενίας στην Αχαΐα.

Ντε Μπριέν.

Οι Ντε Μπριέν (de Briennes) ήταν αριστοκρατική οικογένεια της Γαλλίας από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα, κόμητες περιοχής της Καμπανίας-Αρδεννών (Champagne-Ardenne) με πρωτεύουσα την πόλη Brienne-le-Chateau. Μέλη της οικογένειας πήραν σημαντικές θέσεις και εκτός της Γαλλίας, όπως ο Ιωάννης της Βρυέννης ο οποίος είχε γίνει Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ και αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας. Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 1300 ο Γκωτιέ ντε Μπριέν, συγγενής των Ντε λα Ρος έγινε Δούκας των Αθηνών σε ένα δουκάτο που περιλάμβανε σχεδόν όλη την Αττική, τη Θεσσαλία, την Εύβοια και την Αργολίδα. Ένας Γάλλος κληρικός, απόγονος της οικογένειας, ο Λομενί ντε Μπριέν, καρατομήθηκε κατά τη Γαλλική Επανάσταση, το 1794.

Technorati Profile

Tuesday, October 02, 2007

Ιωσήφ Βρίγγας.

Η εξέλιξη της οικονομικής ζωής και το διαμετακομιστικό εμπόριο υπέφεραν από τους Σαρακηνούς πειρατές γι' αυτό η βυζαντινή αυτοκρατορία οργάνωσε πολλές εκστρατείες για την ανακατάληψη της Κρήτης, που ήταν το βασικό ορμητήριό τους. Οι πρώτες απέτυχαν και οι βυζαντινοί χτύπησαν τους Σαρακηνούς στην Αίγυπτο για να αποκόψουν την Κρήτη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το 949 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος Ζ' έστειλε 88 πλοία και 8.847 άνδρες εναντίον της Κρήτης αλλά η εκστρατεία κατέληξε σε καταστροφή. Το 960 μ.Χ. ο Ρωμανός Β' ανέθεσε στον ικανότατο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά να οργανώσει και να ηγηθεί μιας νέας εκστρατείας για την κατάληψη της Κρήτης. Αυτός συγκέντρωσε 72.000 επίλεκτους στρατιώτες και 5.000 ιππείς και επιβιβάστηκαν στο μεγαλύτερο στόλο στην παγκόσμια ιστορία (3.360 πλοία με 250.000 - 350.000 ναύτες). Αποβιβάστηκαν κοντά στον Χάνδακα τον οποίο και πολιόρκησαν. Οι Σαρακηνοί μάζεψαν 40.000 στρατιώτες από την υπόλοιπη Κρήτη, αλλά ο Νικηφόρος Φωκάς επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και τους κατέσφαξε. Το χειμώνα παρατηρήθηκε μεγάλη έλλειψη τροφίμων, αλλά ο Ιωσήφ Βρίγγας, πρωθυπουργός του Ρωμανού Β', κατόρθωσε να τους εφοδιάσει εγκαίρως. Οι Σαρακηνοί μάζεψαν άλλους 10.000 άνδρες, οι οποίοι παρενοχλούσαν τον βυζαντινό στρατό με κλεφτοπόλεμο, αλλά οι βυζαντινοί τους παγίδευσαν και τους εξόντωσαν και αυτούς. Ο Νικηφόρος Φωκάς άρχισε μετά ανενόχλητος να βομβαρδίζει ασταμάτητα το πιο αδύναμο σημείο του τείχους του Χάνδακα και συγχρόνως να σκάβει από κάτω υπονόμους. Στις 7 Μαρτίου 961 το τείχος κατέρρευσε και οι βυζαντινοί κυρίευσαν την πόλη και την κατέστρεψαν εντελώς. Μέσα στο καλοκαίρι υπέταξαν ολόκληρη την Κρήτη, σφάζοντας ή αιχμαλωτίζοντας τους Σαρακηνούς. Μετά από 134 χρόνια η Κρήτη ξανάγινε ελληνική και χριστιανική και έγινε ανεξάρτητη περιφέρεια του βυζαντινού κράτους, το Θέμα της Κρήτης.

Wednesday, September 19, 2007

Ο Δεσποτης.

Ο πρώτος Δεσπότης του Μυστρά (1349-1380). Ο Μανουήλ ήταν δευτερότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1326. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1341-1347) υποστήριξε και συμπαραστάθηκε ενεργά στον πατέρα του, μάλιστα το διάστημα 1343-1347 διετέλεσε διοικητής Βεροίας. Το 1348 διετέλεσε διοικητής Κωνσταντινούπολης, κατά την απουσία του πατέρα του σε εκστρατεία στη Θράκη. Το 1349 ανακηρύχθηκε Δεσπότης και εστάλη να κυβερνήση την απομακρυσμένη επαρχία του Μυστρά, όπου είχε υπηρετήσει ο παππούς του 30 χρόνια πριν, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση την επαρχιών του κράτους στην Πελοπόννησο.

Η ανάθεση στον Μανουήλ της διοίκησης του Μυστρά θεωρείται σταθμός στην ιστορία αυτής της επαρχίας, γιατί έκτοτε θα συνδεθεί με τη βασιλική οικογένεια και θα καταστεί ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του καταρρέοντος Βυζαντίου. Στην πραγματικότητα ο ίδιος ο όρος Δεσποτάτο χρησιμοποιήθηκε για το Μυστρά κυρίως χάρη στην παρουσία μελών των δυο βασιλικών οικογενειών στην περιοχή. Ο Μανουήλ υπήρξε ιδιαίτερα ικανός κυβερνήτης και πολιτικός και η τοποθέτησή του σ’ αυτήν την επαρχία, μακριά από το νοσηρό κλήμα της πρωτεύουσας μπόρεσε να αναδείξει τις ικανότητές του, αναπτύσσοντας αξιοθαύμαστη δραστηριότητα. Κατάφερε γρήγορα να καταπνίξει τις εξεγέρσεις των απείθαρχων ντόπιων αρχόντων και να τους αναγκάσει να αποδεχτούν την εξουσία του. Χάρη στην επιτυχία του αυτή κατάφερε να εγκαθιδρύσει ισχυρή κεντρική κυβέρνηση και να επιβάλλει την εξουσία του στην σπαρασσόμενη και αναρχοκρατούμενη μέχρι τότε επαρχία, καθιστώντας την έτσι στο ανθηρότερο τμήμα του ύστερου μεσαιωνικού Ελληνισμού. Βέβαια γι’ αυτήν του την αποφασιστικότητα στην επιβολή της τάξης στην περιοχή κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για βαναυσότητα και τυρανικότητα.

Μετά την παραίτηση του πατέρα του (1354), ο Ιωάννης Ε' προσπάθησε να τον απομακρύνει διορίζοντας τους Μιχαήλ και Ανδρέα Άσαν ως κυβερνήτες, επιχειρώντας να επαναφέρει το παλιό σύστημα διακυβέρνησης. Ο Μανουήλ όμως κατάφερε να τους αποκρούσει με επιτυχία και να αναγκάσει τον Ιωάννη να τον αναγνωρίσει ως νόμιμο κυβερνήτη του Μυστρά. Έκτοτε όλα τα μέλη της οικογένειας των Καντακουζηνών κατέφυγαν εκεί. Σταδιακά τα επόμενα χρόνια θα επικεντρωθεί στην ισχυροποίηση της θέσης του, θα επιδιώξει συνεργασία με τους Φράγκους ηγεμόνες της νοτίου Ελλάδας για την απόκρουση των πειρατικών επιδρομών των Τούρκων (1360) και θα αναγνωριστεί ως ένας από τους κυριότερους παράγοντες της περιοχής. Μάλιστα θα καταφέρει να αναπτύξει καλές σχέσεις με το πριγκιπάτο της Αχαΐας. Επίσης θα ευνοήσει την εγκατάσταση αλβανικών φύλων στην Πελοπόννησο και θα τους τοποθετήσει σε διάφορα μέρη ως αγρότες-στρατιώτες, ενισχύοντας την πληθυσμιακή του βάση, σε μια εποχή που οι περισσότερες βυζαντινές επαρχίες ερημώνονταν πληθυσμιακά. Επίσης φρόντισε για να αναδείξει την πρωτεύουσά του με την ανέγερση πολλών κτιρίων, όπως νέο παλάτι και τον περικαλλή ναό της Αγία Σοφίας Μυστρά, και με την πρόσκληση καλλιτεχνών και λογίων, θέτοντας τις βάσεις για την πνευματική ανάπτυξη που γνώρισε η περιοχή κατά τον 15ο αιώνα.
Όταν πέθανε το 1380 άφησε ένα ισχυρό κράτος που θα αποτελέσει το τελευταίο καταφύγιο του Βυζαντίου, χωρίς να θυμίζει σε τίποτα το ασταθές μόρφωμα που βρήκε 30 χρόνια πριν. Το διαδέχτηκε ο αδελφός του Ματθαίος (1380-1383).


Ο Δεσπότης Θεόδωρος Β΄ Παλαιολόγος (1407-1443) ήταν γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου (1391-1425) και ανιψιός του προκατόχου του Θεοδώρου Α΄ Παλαιολόγου (1383-1407). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1396. Μετά το θάνατο του θείου του Θεοδώρου τον διαδέχτηκε στην ηγεμονία της Πελοποννήσου, λόγω όμως του νεαρού της ηλικίας του επιτροπευόταν από τον πρωτοστράτορα Μανουήλ Φραγκόπουλο. Μέχρι το 1415 περίπου έντονη ήταν η συμμετοχή του αυτοκράτορα Μανουήλ στη διοίκηση του δεσποτάτου, εξασφαλίζοντας την υποταγή του Γενουάτη Κεντυρίωνα Ζακκαρία και άλλων τοπικών αρχόντων. Επίσης ενδιαφέρθηκε για την ανοικοδόμηση του τείχους του Εξαμιλίου στον Ισθμό. Μετά το 1415 ο Μανουήλ ανεχώρησε οριστικά για την Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον διάδοχο Ιωάννη σαν βοηθό του Θεοδώρου. Μετά το 1418 ο Ιωάννης ανεχώρησε και τη θέση του στο δεσποτάτο, ως συνεργάτη του Θεοδώρου, ανέλαβε ο Θωμάς Παλαιολόγος. Το 1422 ο Θεόδωρος απέτυχε να αντιμετωπίσει την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Αργότερα ασχολήθηκε με την απόσπαση εδαφών από τους Φράγκους. Το 1427 εκδήλωσε την πρόθεση να παραιτηθεί και να ασπαστεί το μοναχισμό. Όταν όμως έφτασε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος από την Κωνσταντινούπολη για να τον διαδεχτεί αρνήθηκε να αποχωρήσει. Αργότερα μετά την κατάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου από τον Κωνσταντίνο αποφασίστηκε να διαιρεθεί το δεσποτάτο σε 3 μέρη και ο Θεόδωρος περιορίστηκε στο 1/3 με έδρα το Μυστρά. Το 1443 παραιτήθηκε από τις κτήσεις του με αντάλλαγμα κάποιες θέσεις στη Θράκη, με έδρα τη Σηλυβρία. Στόχος του ήταν να είναι κοντά για να διαδεχτεί τον άκληρο Ιωάννη Η΄. Όμως πέθανε τον Ιούνιο του 1448, λίγους μήνες πριν από τον Ιωάννη, τον οποίον τελικά διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος. Στα χρόνια της ηγεμονίας του ο Μυστράς γνώρισε μεγάλη πολιτιστική λάμψη, αναδεικνυόμενος σε ένα από τα λαμπρότερα κέντρα του Ελληνικού κόσμου, επί των ημερών του μάλιστα έδρασε στην περιοχή ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός. Συχνά παρουσιάζεται ως προστάτης των γραμμάτων αλλά ταυτόχρονα και ως ένας θρησκόληπτος και κυκλοθυμικός. Όμως είναι σαφές πως στο Μυστρά οι περιστάσεις δεν του επέτρεψαν να αναπτύξει δράση και γρήγορα επισκιάστηκε από τον αδελφό του Κωνσταντίνο, έτσι οι κρίσεις γι’ αυτόν, προερχόμενες κυρίως από το Σφραντζή, που ήταν πιστός φίλος του Κωνσταντίνου, δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε πλήρως τον χαρακτήρα του. Εν τέλει παρέμεινε πάντοτε στη σκιά των αδελφών του Ιωάννη, Κωνσταντίνου και Θωμά.

Friday, September 14, 2007

Ενα δημοτικο τραγουδι.

Εβγάτε αγόρια στο χορό, κοράσια στα τραγούδια

Πέστε και τραγουδήσετε πώς πιάνεται η αγάπη

-Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλια κατεβαίνει

Κι από τα χείλια στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει

Δεν ειν' ο έρωτας ανθός, μαζί του για να παίξεις

Μον' είναι βάτος μ' αγκαθιές κι αλίμονό σου αν μπλέξεις

Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη

Θέλει λαγού περπατησιά, αϊτού γληγοροσύνη

Μάτια με μάτια βλέπονται κι αχείλι δε φιλιέται

Κορμί δεν αγκαλιάζεται, αγάπη δε λογιέται

Η αγάπη βράχους κατελεί και τα θεριά μερώνει

Κι εγώ την έχω στην καρδιά, γι αυτό με θανατώνει

Ο έρωτας ανυφαντής με πανουργιά εγίνη

Αράχνη έστησε ψηλά και πιάστηκα σ' εκείνη

Και για να φύγω δεν μπορώ, με τα φτερά με σώνει

Αυτός ζυγώνει από κοντά κι από μακριά σκοτώνει

Δεν είναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει

Σαν την αγάπη την κρυφή, που δεν ξεφανερώνει

Δίχως χιονιά χιονίζουμαι, δίχως βροχές βροχιούμαι

Δίχως μαχαίρια σφάζουμαι, όντας σε συλλογιούμαι

Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω

Κι όταν σε συλλογίζομαι τρέμω κι αναστενάζω

Στάλα στάλα το νερό τρυπάει το λιθάρι

Κι η κόρη με τα νάζια της σφάζει το παλικάρι

Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις

Και την ψυχή μ' και την καρδιά μ' εσύ με την ορίζεις

Μα συ 'σαι μια βασίλισσα, π' όλο τον κόσμο ορίζεις

Σα θέλεις παίρνεις τη ζωή, σα θέλεις τη χαρίζεις

Μελαχρινό μου πρόσωπο, μη βάνεις κοκκινάδι

Κι αποθαμένους και νεκρούς τους βγάζεις απ' τον Άδη

Σένα σου πρέπει, μάτια μου, βασίλισσα να γίνεις

Και στο θρονί να κάθεσαι, τις όμορφες να κρίνεις

Να 'χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια

Να πάθιουν τα πατήματα, να 'πιανα τα κερκέλια

Ν' ανέβαινα στον ουρανό, να διπλωθώ να κάτσω

Να δώσω σείσμα τ' ουρανού, να βγάλει μαύρα νέφη

Να βρέξει χιόνι και νερό κι ατίμητο χρυσάφι

Το χιόνι να ρίξει στα βουνά και το νερό στους κάμπους

Στην πόρτα της πολυαγαπώς τ' ατίμητο χρυσάφι

Να 'σουν στον κάμπο λεϊμονιά κι εγώ στα όρη χιόνι

Να λιώνω να ποτίζονται οι δροσεροί σου κλώνοι

Να 'χα το σύννεφο άλογο και τ' άστρι χαλινάρι

Το φεγγαράκι της αυγής να 'ρχόμουν κάθε βράδυ

Τα χείλη σου είναι ζάχαρη, το μάγουλό σου μήλο

Τα στήθη σου παράδεισος και το κορμί σου κρίνο

Να φίλουνα τη ζάχαρη, να δάγκανα το μήλο

Ν' άνοιγεν ο παράδεισος, ν' αγκάλιαζα τον κρίνο

Να 'ταν τα στήθια μου ανοιχτά, να δεις τα σωθικά μου

Πως φυτρωμένη ευρίσκεσαι μέσα εις την καρδιά μου

Καθημερνέ μου λογισμέ και νυκτική μου ελπίδα

Να μ' είχε πάρει ο θάνατος την ώρα που σε είδα

Αν μ' αγαπάς κι ειν' όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω

Γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω

Δεν θέλω εγώ παράδεισο, μητ' εκκλησιά ν' αγιάσω

Μον' θέλω το κορμάκι σου να το σφιχταγκαλιάσω

Σαν τι το θέλει η μάνα σου τη νύχτα το λυχνάρι

Οπόχει μες στο σπίτι της τ' Αυγούστου το φεγγάρι!

Απ' όλα τ' άστρα τ' ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει

Ένα που βγαίνει το πουρνό, όταν γλυκοχαράζει

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει

Που στέκεις πάντα δροσερό κι ανθείς και λουλουδίζεις;

Θαμάζομαι όνταν πορπατείς πώς δεν ανθούν οι ρούγες

Και πώς δε γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες

Όποιος φιλάει την αυγή την αγαπητική του

Παίρνει του Μάη τη δροσιά, τη ρίχνει στο κορμί του

Τα μαύρα μάτια την αυγή δεν πρέπει να κοιμούνται

Μόνο να κανακεύονται και να γλυκοφιλούνται

Σου στέλνω χαιρετίσματα, με μήλο δαγκωμένο

Κι ανάμεσα στη δαγκασιά, σου 'χω φιλί βαλμένο

Κόκκιν' αχείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου

Και στο μαντήλι το 'συρα κι έβαψε το μαντήλι

Και στο ποτάμι το 'πλυνα κι έβαψε το ποτάμι

Κι έβαψ' η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου

Κατέβη ο αϊτός να πιει νερό κι έβαψαν τα φτερά του

Κι έβαψ' ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο

-Κόρη, όταν φιλιόμαστε, νύχτα 'ταν, ποιος μας είδε;

-Μας είδε τ' άστρο της νυχτός, μας είδε το φεγγάρι

Και το φεγγάρι έσκυψε, τής θάλασσας το λέει

Θάλασσα το 'πε τού κουπιού και το κουπί τού ναύτη

Κι ο ναύτης το τραγούδησε στης λυγερής την πόρτα

Σε φίλησα, σε τσίμπησα, σου πήρα τις γλυκάδες

Κι αν σε φιλήσει άλλος κανείς, δεν έχεις νοστιμάδες

Εμίσεψες και μ' άφησες σαν παραπονεμένη

Σαν εκκλησιά αλειτούργητη σε χώρα κουρσεμένη

Η αγάπη σου είναι ψεύτικη, σαν του Μαγιού το χιόνι

Οπού το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει

Εγώ 'λεγα, βρυσούλα μου, πως τρέχεις για τ' εμένα

Μα συ 'τρεχες και πότιζες όλα τα διψασμένα

Μηλιά που σε καμάρωνα καθημερνή και σκόλη

Τώρα έπλεξες τα κλώνια σου σε ξένο περιβόλι

Θα βάλω μια κακή φωνή, τη γης για να τρυπήσω

Να βγάλω την αγάπη μου, να τη γλυκοφιλήσω

Saturday, September 08, 2007

Αλέξιος.

Ο Αλέξιος Δ΄ Άγγελος ήταν Βυζαντινός Αυτοκράτορας από το 1203 έως το 1204 με συναυτοκράτορα τον πατέρα του Ισαάκιο Β`.

Μετά τη φυγή του Αλέξιου Γ΄ ελευθερώθηκε από τις φυλακές και ανακηρύχθηκε στις 18 Ιουλίου 1203 Αυτοκράτορας ο εκθρονισθείς Ισαάκιος Β', ο οποίος κάλεσε αμέσως τους αρχηγούς της Δ’ Σταυροφορίας στις Βλαχέρνες για να επικυρώσει την συνθήκη που είχε υπογράψει μαζί τους ο γιος του Αλέξιος. Ο Αλέξιος είχε δραπετεύσει από την Κωνσταντινούπολη το 1202 και ήλθε σε συνεννόηση με τους αρχηγούς της Δ’ Σταυροφορίας. Αρχικά συνεννοήθηκε με τον εκλεγμένο αρχηγό της Σταυροφορίας Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, αλλά η συμφωνία σκόνταψε στην άρνηση του πάπα. Στην συνέχεια στην Βενετία συννενοήθηκε με τον τελικό αρχηγό της Σταυροφορίας δόγη Ερρίκο Δάνδολο υποσχόμενος την ακύρωση του σχίσματος ανάμεσα στην Καθολική και την Ορθόδοξη Εκκλησία, εάν αυτοί τον βοηθούσαν να εκθρονίσει τον Θείο του Αλέξιο Γ΄, καθώς και πλούσια αποζημίωση και δώρα για τις υπηρεσίες τους. Οι συνεννοήσεις αυτές κατέληξαν σε συνθήκη που υπογράφτηκε από τον Αλέξιο το 1203, σύμφωνα με την οποία όταν θα γινόταν αυτοκράτορας θα ανελάμβανε την συντήρηση των Σταυροφορικών στρατευμάτων για ένα χρόνο, θα πλήρωνε στους Βενετούς 100.000 αργυρά μάρκα και άλλες 100.000 στους Σταυροφόρους. Θα συντηρούσε δέκα χιλιάδες μαθητές επί ένα χρόνο και πεντακόσιους από αυτούς εφ’ όρου ζωής για την άμυνα της Παλαιστίνης. Τέλος δε, θα φρόντιζε να καθυποτάξει την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία στον Παπικό θρόνο. Μετά την επικύρωση λοιπόν αυτής της συνθήκης και από τον Ισαάκιο Β’, ο Αλέξιος στέφθηκε συναυτοκράτορας την 1η Αυγούστου 1203 ως Αλέξιος Δ΄και οι Σταυροφόροι αποσύρθηκαν από την Πόλη αφήνοντας μόνο ένα μικρό απόσπασμα για να τον προστατεύει και ταυτόχρονα να τον επιτηρεί.

Μη μπορώντας όμως να πληρώσει τα υπέρογκα ποσά που είχε υποσχεθεί, αναγκάστηκε να επιβάλλει δυσβάστακτη φορολογία, αφού προηγουμένως αφαίρεσε ότι είχε εναπομείνει στα δημόσια ταμεία καθώς και τα ιερά σκεύη των Εκκλησιών. Στις 25 Αυγούστου 1203 έστειλε στον Πάπα Ρώμης ομολογία πίστεως και ανάγκασε τον Πατριάρχη Ιωάννη Καματηρό να ανακηρύξει μέσα στην Αγία Σοφία τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ πρώτο επί της γης επίτροπο του Σωτήρος.

Η υπαγωγή της Ανατολικής Εκκλησίας στην Δυτική και η συνεχιζόμενη οικονομική εξάντληση του πληθυσμού για την εξασφάλιση των υπολοίπων χρημάτων που ο Αλέξιος Δ΄ είχε υποσχεθεί στους Σταυροφόρους, οδήγησαν λαό και μοναχούς σε εξέγερση στις 25 Ιανουαρίου 1204, που οδήγησε στην καθαίρεση των τελευταίων Αγγέλων συναυτοκρατόρων Ισαακίου Β΄ και Αλεξίου Δ΄. Στην αναταραχή που ακολούθησε εκλέχθηκε νέος αυτοκράτορας ο Αλέξιος Δούκας που στέφθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1204 ως Αλέξιος Ε΄ (ο Μούρτζουφλος), ο οποίος δολοφόνησε τον Αλέξιο Δ΄. Όσο για τον πατέρα του, Ισαάκιο Β΄, πέθανε αμέσως μόλις έμαθε τον θάνατο του γιου του.

Thursday, August 16, 2007

Ακαθόριστη κίνηση.

Σύμφωνα με το Λεξικό της Οξφόρδης με τον όρο χρόνος εννοείται "η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο".

Γενικά Χρόνος χαρακτηρίζεται η ακριβής μέτρηση μιας διαδικασίας από το παρελθόν στο μέλλον. Κάθε φυσικό φαινόμενο π.χ. μια πτώση αντικειμένου στο έδαφος εξελίσσεται στην έννοια της ορισμένης χρονικής περιόδου. Ο χρόνος μετράται σε μονάδες όπως το δευτερόλεπτο και με ειδικά όργανα τα χρονόμετρα π.χ. ρολόι. Οι καθημερινές εμπειρίες αποδεικνύουν πως ο χρόνος "κυλάει" με τον ίδιο πάντα ρυθμό και μόνο προς μια κατεύθυνση - από το παραλθόν προς το μέλλον. Η κίνηση γενικότερα ούτε μπορεί να διακοπεί αλλά και ούτε να αντιστραφεί στην έννοια του χρόνου. Παρά ταύτα, όπως εξηγεί η ειδική θεωρία της σχετικότητας, αυτή η κίνηση μπορεί να επιβραδυνθεί με ασύλληπτα μεγάλες ταχύτητες.

Ένας άλλος στερεότυπος ορισμός για τον χρόνο είναι "ένα μη χωρικό γραμμικό συνεχές στο οποίο τα γεγονότα συμβαίνουν με εμφανώς μη αναστρέψιμη τάξη". Πρόκειται για μείζονα έννοια η οποία λειτουργεί τόσο ως θεμελιώδης οντότητα, όσο και ως σύστημα μέτρησης. Με τον χρόνο ασχολήθηκε τόσο η φιλοσοφία όσο και η επιστήμη, διαμορφώνοντας ενίοτε αντιφατικές απόψεις για το νόημά του. Επί της ουσίας οι διαφοροποιήσεις δεν αφορούν στις μονάδες μέτρησης του χρόνου αλλά στο αν ο χρόνος ως οντότητα είναι δυνατόν να μετρηθεί ή αποτελεί τμήμα του μετρητικού συστήματος.
.